πανσυδί

πανσυδί
και πασσυδί και πανσυδεί και πασσυδεί και πανσυδία, επικ. τ. πανσυδίη και, κατά δ. γρφ., πασσυδίη και πανσυδίην, και πασσυδίην Α
επίρρ.
1. με όλες τις δυνάμεις («ὁρῶν ἐκβοηθοῡντας καὶ τοὺς ἄλλους πασσυδί, ἐκβοηθεῑ καὶ αὐτός», Ξεν.)
2. παντελώς
3. με κάθε προθυμία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παν-* + θ. συ- τού σεύομαι «θέτω σε κίνηση, ορμώ, διώκω» (πρβλ. αόρ. ἐσ-σύ-μην) με οδοντική παρέκταση -δ- + επιρρμ. κατάλ. -ί( / ην) / -εί. Ο τ. πασσυδεί με αφομοιωτική τροπή τού -ν- σε -σ-. Τέλος, το επίρρ. πανσυδί έχει ευρύ σημασιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται τόσο στο στρατιωτικό λεξιλόγιο με σημ. «με όλο το στράτευμα» όσο και με τη γενικότερη σημ. «με όλες τις δυνάμεις, παντελώς, γρήγορα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • πανσυδί — with all one s force indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πασσυδί — πανσυδί with all one s force indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πασσυδεί — και πασσυδί και πασσυδίη και πασσυδίην Α επίρρ. βλ. πανσυδί …   Dictionary of Greek

  • σεύω — Α 1. διώχνω 2. (κατ επέκτ.) κυνηγώ, θηρεύω 3. καταδιώκω («σεύοντ ἀγέλας βίᾳ», Βακχυλ.) 4. παρορμώ, ερεθίζω κάποιον εναντίον κάποιου άλλου («ὅτε πού τις θηρητὴρ κύνας... σεύῃ ἐπ ἀγροτέρῳ συΐ», Ομ. Ιλ.) 5. (με απρμφ.) προτρέπω, παρακινώ… …   Dictionary of Greek

  • σχεδίην — Α (επικ. τ.) επίρρ. 1. τοπ. από κοντά 2. χρον. α) γρήγορα β) αμέσως. [ΕΤΥΜΟΛ. < σχέδιος + κατάλ. ην τής αιτ. που χρησιμοποιείται επιρρμτ. (πρβλ. πανσυδί ην)] …   Dictionary of Greek

  • σύδην — Α επίρρ. με ορμή, σφοδρώς («ναῶν γε ταγοὶ τῶν λελειμμένων σύδην», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. συ τού σεύω «θέτω σε κίνηση, ορμώ, διώκω» (πρβλ. αόρ. έσ σν μην) + επιρρμ. κατάλ. δην (πρβλ. μίγ δην), βλ. και λ. πανσυδί] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”